Τα λόγια της Πωλίνας...



Κι επειδή με ρωτούν πολλοί τι είπε η κυρα Πωλίνα... δικό σας!!!





 

Η κυρά Πωλίνα, το δημιουργικό φαγητό, η παραπληροφόρηση... και η Θεσσαλονίκη.


Η κυρά Πωλίνα, το δημιουργικό φαγητό, η παραπληροφόρηση... και η Θεσσαλονίκη. Από τον Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο. www.kulturosupa.gr

Η κυρά Πωλίνα, το δημιουργικό φαγητό, η παραπληροφόρηση... και η Θεσσαλονίκη. Από τον Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο.
Η κυρά Πωλίνα εξ Αθηνών... έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και δε θέλω αντιρρήσεις από κανέναν σας – Βόρειο ή Νότιο - γιατί και θα πιαστούμε στα χέρια και θα γίνουμε μαλλιά κουβάρια. Εξηγώ... Έγραψε κάτι... μια έγκυρη εφημερίδα του εξωτερικού, μας έδωσε την πρωτιά στο φαγητό εμάς τους Θεσσαλονικείς κι αμέσως το εσωτερικό γίγνεσθαι της γυναικός αναστατώθηκε. Επαναστάτησε η Πωλίνα με το άκουσμα της χαλκευμένης είδησης! Δεν την χώρεσε το “είναι” της μια τόσο μεγάλη και κατάφορη αδικία κι ο στόμας της άρχισε να επιχειρηματολογεί.

Με το δίκιο του το ευγενές κοράσιον προβληματίζεται στο άρθρο της και απορεί για την παραπληροφόρηση!

Εγώ πιστεύω ακράδαντα πως κάποιος Θεσσαλονικιός λάδωσε τα γρανάζια της αλλοδαπής... για αυτή την πρωτιά.

Το δημιουργικό φαγητό λοιπόν – πάντα κατά Πωλίναν - υπάρχει μόνο στην Αθήνα και όχι εδώ πάνω σε μας. Εμείς οι βόρειοι – λέει η λίαν ενημερωμένη και λίαν προβληματισμένη Πωλινάρα - είμαστε ακόμα στο στάδιο του πειραματισμού.

Το στομάχι μας λοιπόν... βιώνει με όλους αυτούς τους άκρατους πειραματισμούς μια εξαιρετικά δύσκολη εφηβεία.

Λίαν καλώς, Πωλίνα μου!
Εύγε!
Επαρχία παιδί μου...

Με ξεστράβωσες, βρε θηρίο, με τη λάμψη της αυτόφωτης σκέψης σου! Τα πήρα στο κρανίο με την αναξιοκρατία... Σου δηλώνω – κι εγώ δεν είμαι από εκείνους που λένε και ξελένε - πως εμένα δε θα με κάνουν τα διάφορα οινομαγειρεία πειραματόζωό τους. Που φτάσαμε... Να δοκιμάζουν δηλαδή οι σεφ το “μελλοντικό” δημιουργικό φαγητό στις δικές μου τις πλάτες... να αδειάζουν οι δικές μου τσέπες κι εγώ το βόδι να κοιμάμαι όρθιος...

Έχεις όλα τα δίκια με το μέρος σου, Πωλινάκι!

Την παρακάτω ανοιχτή επιστολή σου την αφιερώνω γιατί μου έφτιαξες το απόγευμα. Σε παρακαλώ, μη με πάρεις στα σοβαρά. Ένας ανόητος είμαι που πειραματίζεται με τη γραφή, προσπαθώντας να συντάξει ένα γράμμα... με απώτερο σκοπό να εξασκηθεί στο ευθυμογράφημα...

Δεν ξέρω... αν θα τα καταφέρω!
Κυρά Πωλίνα μου
Ως επαρχιώτης, κομπλεξικός και συμπλεγματικός σε ευχαριστώ που με ξεστράβωσες. Μου άνοιξες τα μάτια, με έβγαλες από το έρεβος και με οδήγησες στα χωράφια του φωτός! Έμαθα ο απολίτιστος μεσήλικας... τώρα στα πρώτα -ήντα μου και το “δημιουργικό φαγητό”. Εγώ ξέρεις... είμαι ένας προβληματικός συγγραφέας που προσπαθεί να διδάξει... κάτι που πιστεύει πως τελικά δε διδάσκεται.

Ξέρεις πώς το λένε αυτό;
Δημιουργική γραφή...
Θα με περνάς για ηλίθιο... κι έχεις τα δίκια σου!
Πάρε το παρακάτω σόφισμα και κάνε ομελέτα τους συνειρμούς σου!

Ο Αθηναίος μάγειρας του δημιουργικού φαγητού τι ακριβώς πιστεύει για τις δημιουργίες του; Πιστεύει πως τρώγονται από μεγάλη μερίδα κόσμου; Εγώ λέω... πως δεν τρώγονται καθώς ο περισσότερος κόσμος – άκουσες κάτι για οικονομική κρίση – δεν είναι σε θέση να βάλει το χέρι στην τσέπη και να πληρώσει τις δημιουργικές πινελιές του.

Εδώ ταιριάζει αυτό για τα μεταξωτά βρακιά - πιάτα, βρε Πωλίνα! Τα οπίσθιά μας δυστυχώς δεν είναι πλέον αρκετά επιδέξια... και πάψαμε προ πολλού να φοράμε μεταξωτά εσώρουχα.

Φόροι, χαράτσια, σήματα αυτοκινήτων...
Άστα... Δε θέλω σοβαρές κουβέντες!
Είμαι λαϊκιστής, Πωλινάρα μου!

Αλλά εσένα το πρόβλημά σου δεν είναι αυτό! Επίτηδες τόση ώρα εστιάζω αλλού γιατί εκεί με πήγε το ευθυμογράφημα και είπα να μην αυτολογοκριθώ. Εσύ τα πήρες... με την παραπληροφόρηση, κουκλίτσα μου!

Σε γυάλα ζεις, βρε θηρίο;

Δεν έχεις ακούσει τίποτα για τις σικέ ειδήσεις; Πως λέμε αγώνες σικέ... Τι αθώα κοπέλα που είσαι... Μάθε πως όπως υπάρχουν κάποιοι στην Ελλάδα που στήνουν ειδήσεις – με το αζημίωτο φυσικά... - υπάρχουν τέτοια χαμερπή στοιχεία και στο εξωτερικό!

Άκου τα επόμενα σχέδια μου...
Θα κάνω έρανο, θα μαζέψω αρκετά χρήματα και θα βάλω όλες τις γερμανικές εφημερίδες – έγκυρες και μη - να γράψουν πως εμείς εδώ πάνω έχουμε καλύτερο κλίμα από την Αθήνα και πως κάτω έχετε υπερβολική υγρασία!

Θα σκάσεις από τη ζήλια σου...

Θα πληρώσουμε εμείς για το κέφι μας... κι κάνε εσύ τα δικά σου.

Θα βάλω τούρκικες εφημερίδες και περιοδικά να γράψουν πως το μουσείο του Λευκού Πύργου κόβει καθημερινά περισσότερα εισητήρια από το μουσείο της Ακρόπολης...

Και στο τέλος θα πω πως η δική μας δημιουργική γραφή εδώ πάνω είναι σε καλύτερα επίπεδα από τη δική σας και πως εσείς πειραματίζεστε...

Είσαι ευχαριστημένη;
Σοβαρέψου...
Μη μας το παίζεις... “από μπρος παρθένα κι από πίσω μπαίνουν τρένα...”
Δε τρώμε δημιουργικό κουτόχορτο, ούτε έχουμε μείνει στο σιδηρόδρομο της Τρικουπικής εποχής, κουκλίτσα μου!
Σου εύχομαι να περάσεις ένα δημιουργικό Σαββατοκύριακο!

Γ και Δ... Θεματικές βδομάδες!!!


Γ: Πώς είστε;
Δ: Γυρνώ μέσα στους κύκλους μου και προσπαθώ να ξεμουδιάσω.
Γ: Ποιο το χρώμα του τελευταίου;
Δ: Είναι νωρίς για να σου το αποκαλύψω...
Γ: Πορτοκαλί;
Δ: Θυμάμαι παλιά... τις ναυτικές εβδομάδες.
Γ: Στην Καβάλα;
Δ: Ναι. Μιλάμε για τόσο παλιά!
Γ: Για λέγε...
Δ: Μια ολόκληρη βδομάδα... το ίδιο θέμα!
Γ: Τα ναυτικά;
Δ: Σταμάτα να με κοροϊδεύεις. Σκέπτομαι τις θεματικές εβδομάδες κάποιων ανθρώπων... του διαδικτύου.
Γ: Τους θεματικούς μήνες τούς προσπέρασες σκόπιμα ή τους αφήνεις για μετά;
Δ: Μη μιλήσεις καθόλου για θεματικά χρόνια. Μερικοί δύστυχοι... βαριούνται να αλλάζουν θέμα... και βαλτώνουν.
Γ: Γίνεσαι σκληρός.
Δ: Μη με προκαλείς.
Γ: Μένω λοιπόν στις θεματικές βδομάδες. Παραδείγματα, παρακαλώ!
Δ: Θέλεις να γνωρίσεις συγγραφέα στο facebook;
Γ: Όχι.
Δ: Αν ήθελες... για αρχή θα του αφιέρωνες μόνο μια βδομάδα. Και όχι μόνο συγγραφέα... Και ηθοποιό και τραγουδιστή και μοντέλο και... ραδιοφωνικό παραγωγό, αρθρογράφο - συντάκτη...
Γ: Και τι θα έκανα, αγαπητέ;
Δ: Θα παρακολουθούσες τις κοινοποιήσεις του και θα έλεγες πως σου αρέσουν. Θα έστελνες και κάποιο ευγενικό μήνυμα στο imbox.
Γ: Τι είναι αυτό;
Δ: Είσαι και άσχετος!
Γ: Κι αν μέναμε στην ίδια πόλη... θα έβλεπα σε ποιες εκδηλώσεις θα πάει... και θα πήγαινα να τον συναντήσω και από κοντά;
Δ: Βιάζεσαι. Αυτό... αν είσαι τυχερός μπορεί να γίνει την έκτη ή την έβδομη μέρα.
Γ: Όλα με πρόγραμμα!
Δ: Οι άνθρωποι αρέσκονται στις κολακείες.
Γ: Εσύ;
Δ: Εγώ δεν είμαι άνθρωπος;
Γ: Το ζητάει ο οργανισμός σου το δούλεμα... Τις άλλες μέρες τι θα κάνω;
Δ: Θα τον μελετήσεις! Θα δεις τους φίλους του, τι του αρέσει, τι μουσική ακούει, ποιες ταινίες...
Γ: Διατριβή θα κάνω;
Δ: Τα λόγια σου οφείλουν να φέρουν στα αυτιά του το χειροκρότημα.
Γ: Κι αν νομίσει πως τον δουλεύω;
Δ: Ποιος γράφει... και πιστεύει πως γράφει άσχημα, ποιος τραγουδά και...
Γ: Μπήκα στο νόημα!
Δ: Κι αυτές οι σχέσεις πες πως εξελίσσονται. Θα έχουν κάποτε... εκτίμηση, αγάπη...
Γ: Παράτα τις φιλοσοφίες σου!
Δ: Οι θεματικές βδομάδες που μου αφιέρωσαν δεν κράτησαν πολύ!
Γ: Το λες σαν να λυπάσαι.
Δ: Στη δεύτερη μέρα ο άλλος ψάχνει για άλλο προφίλ...
Γ: Γιατί;
Δ: Δε θα με δεις σε θέατρα και κινηματογράφους, ούτε σε πολλές παρουσιάσεις βιβλίων. Κι αν πάω... κάθομαι - όποτε μπορώ - πίσω και φεύγω γρήγορα.
Γ: Θα αγιάσεις!
Δ: Ίσως...
Γ: Και τι έχουν να κερδίσουν οι κυνηγοί από αυτή τη γύρα;
Δ: Πολλά! Δε θέλω με τα λεγόμενά μου να φωτογραφίσω!
Γ: Χαίρομαι τη διακριτικότητά σου!
Δ: Είμαι και διακριτικός...
Γ: Το χρώμα του κύκλου;
Δ: Δεν είναι κόκκινο! Η εποχή του ροζ και του πορτοκαλί πέρασε...
Γ: Κίτρινο;
Δ: Δε μισώ κανέναν.
Γ: Έπεσες στην παγίδα των συμβολισμών!
Δ: Ο κύκλος λοιπόν... έχει το χρώμα του οινοπνεύματος.
Γ: Μεθυσμένος είσαι;
Δ: Οινοπνευματί. Είχα μια μπλούζα στο λύκειο...
Γ: Νομίζουν πως είσαι μεθυσμένος;
Δ: Και βλαξ!
Γ: Το χρώμα σου με παραπέμπει σε πολλά.
Δ: Ποιος είναι αυτός που έπεσε στην παγίδα των συμβολισμών;
Γ: Συνέχισε... να κάνεις τον βλάκα!
Δ: Συμβουλή είναι αυτό;
Γ: Ναι.
Δ: Και τον κάνω... επιτυχώς!
Γ: Μπράβο! Θαυμάζω και την μετριοφροσύνη σου...
Δ: Αν πω πως προτιμώ την ναυτική εβδομάδα από τις...
Γ: Θα πω... πως δε σε πιστεύω!
Δ: Με το μέρος μου είσαι εσύ τελικά ή με τους άλλους;




  

Α και Β... Β και Α...

 
Β: Πέρασαν κι αυτά τα Χριστούγεννα!
Α: Απολογισμό έχει το φετινό πρόγραμμα;
Β: Τι με πιάνει τις γιορτές...
Α: Παίρνω τον καφέ μου και σε ακούω...
Β: Κάποιες εμμονικές σκέψεις πάλι στο φως, σχέδια λίγα... Τα σχέδια γιατί να τα συνδέω με τους απρόσκλητους απολογισμούς μου;
Α: Εμένα ρωτάς;
Β: Ή... μήπως σχεδιάζω τα πάντα με τις λεπτομέρειές τους και στέλνω στους επισκέπτες μου επίσημη πρόσκληση μήνες πριν;
Α: Καλά το πας...
Β: Έχω να γράψω μέρες... Τις τελευταίες βδομάδες ξαπλώνω στον καναπέ και διαβάζω βιβλία άλλων συγγραφέων.
Α: Αν δε το έχεις καταλάβει... δηλώνεις και συγγραφέας.
Β: Τα βράδια μπροστά σε έναν υπολογιστή διορθώνω παλιά μου κείμενα.
Α: Πόσο παλιά;
Β: Του 11, του 12, του 13...
Α: Μάλλον... μελαγχολείς!
Β: Λέω πως δεν κοιτώ προς τα πίσω και η γραφή με αναγκάζει με το στανιό να ρίξω το βλέμμα μου στο χθες.
Α: Έχεις τα παράπονα σου από το χθες.
Β: Δεν έχω!
Α: Όλοι έχουμε.
Β: ...
Α: Είσαι μεγάλος ψεύτης, αγαπητέ. Σε πληγώνει το χθες... αλλά δε το παίρνεις απόφαση... πως δεν αλλάζει τίποτα.
Β: Είμαι δογματικός!
Α: Γιατί δε το πετάς σε μια γωνιά;
Β: Δε μου φέρθηκε και τόσο άσχημα ο χρόνος...
Α: Βρίσκω μίζερη την απάντησή σου, φίλε. Θα μπορούσε να σου είχε φερθεί και καλύτερα...
Β: Εγώ πως του φέρθηκα... ξέρεις;
Α: Εγώ ξέρω... πως δε ζεις! Ζουν οι άλλοι... κι εσύ παρέα με τη φαντασία σου γράφεις για όσα εκείνοι ζουν!
Β: Γενικεύεις...
Α: Πάρε τη φαντασία σου και πήγαινε ένα ταξίδι!
Β: Κάναμε πολλά ταξίδια...
Α: Πίνουν, μεθούν, καπνίζουν...
Β: Δε φορώ ρολόι ούτε στο δεξί, ούτε στο αριστερό χέρι.
Α: Το κινητό σου δείχνει την ώρα... Και ο υπολογιστής σου επίσης! Κι όλες οι αίθουσες των χειρουργείων διαθέτουν...  Η ατάκα σου κι εσύ είστε για γέλια.
Β: Δε κάνω σχέδια, φίλε μου!
Α: Σε βαρέθηκα...
Β: Δε θα είσαι ο μόνος!
Α: Βαρέθηκες τον εαυτό σου, τη γραφή σου, τις ευκολίες σου... Παράτα τις ευκολίες σου!
Β: Και τι να κάνω;
Α: Να πάψεις να πιστεύεις πως είσαι ο καλύτερος άνθρωπος πάνω στη γη!
Β: Τι σχέση έχει αυτό που λες με...
Α: Να φωτογραφίσεις με την επιλεκτική μνήμη σου όχι αυτούς που βοήθησες... αλλά όσους δε βοήθησες.
Β: Δεν είμαι και ιεραπόστολος!
Α: Τι είσαι;
Β: Πολλά...
Α: Ένα από τα πολλά...
Β: Ανασφαλής.
Α: Φιλόδοξος και με δεύτερες σκέψεις...
Β: Και τρίτες και τέταρτες...
Α: Είσαι και ειρωνικός!
Β: Δεν έχω άλλο χρόνο για σένα. Κι εγώ... σε βαρέθηκα. Ίσως τα πούμε κάποια άλλη στιγμή.
Α: Το Πάσχα πότε πέφτει;
Β: Εσύ τα έχεις καλά με το χρόνο.
Α: Με διώχνεις;
Β: Ναι.
Α: Βαριέσαι να μπεις στον κόπο να γνωρίσεις καινούργια άτομα... και πλήττεις αφόρητα με τα παλιά.
Β: Θα κάνω παρέα με εξωγήινους!
Α: Να το κοιτάξεις...
Β: Χρόνια πολλά στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σου!
Α: Το δικό σου μέλλον ποιο θα είναι;
Β: Το δικό σου παρελθόν! Ακόμα δε το κατάλαβες;
 

Παρουσίαση στο Μουσείο Κινηματογράφου του βιβλίου "Οι δυο ώρες ύπνου και το memento mori ενός συγγραφέα."























Παρουσίαση στο Μουσείο Κινηματογράφου του βιβλίου "Οι δυό ώρες ύπνου και το memento mori ενός συγγραφέα".

Η ομιλία της Χρυσούλας Μελισσά Χαλικιοπούλου για το βιβλίο "Οι δυο ώρες ύπνου και το memento mori ενός συγγραφέα".


Ήταν ιδιαίτερη χαρά και τιμή η πρόσκληση του αγαπημένου μου δασκάλου και φίλου, Τάσου Γκέντζου, να παρουσιάσω το καινούριο του βιβλίο. Βέβαια παραξενεύτηκα κιόλας, μια και δεν ανήκω ακριβώς στο… σινάφι των συγγραφέων. Όταν όμως το διάβασα, κατάλαβα τα βαθύτερα κίνητρα της κίνησής του αυτής: ήθελε να απαλύνει λίγο τις ενοχές του, που μας πήρε το ψωμί… Γιατί τι άλλο κάνει ένας ψυχολόγος από το να καταγράφει και να αναλύει –κι όχι πάντα έτσι αποτελεσματικά- σκέψεις, συναισθήματα, όνειρα. Ό, τι ακριβώς πέτυχε ο πολυτάλαντος Τάσος στο υπέροχο βιβλίο «Οι δυο ώρες ύπνου και το memento mori ενός συγγραφέα», όπου με τη σκέψη και την πένα του, συνεχίζει τη σχέση με αγαπημένο του φίλο, διαλύοντας τα όρια και τους περιορισμούς του χρόνου.

Ο τίτλος και η εικόνα του εξωφύλλου του, μας παραπέμπουν στο θάνατο, μάλλον παραπλανητικά. Θα σας εξομολογηθώ ότι, αφού μου πέρασε και ο πανικός για το τι να πρωτοπώ, σκέφτηκα: ‘μάλλον με διάλεξε ασυναίσθητα, επειδή ήξερε ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχω κι εγώ βιώσει την απώλεια δυόμιση ανθρώπων’. Ο μισός φυσικά άνθρωπος αναφέρεται στο κομμάτι του εαυτού μου που έχασα μαζί τους. Ή μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα; Γιατί αυτό το κομμάτι εξερευνά κι ο Τάσος Γκέντζος στο μικρό -φαινομενικά μόνο- βιβλίο του, παραθέτοντας τις αναμνήσεις και τις συζητήσεις δυο φίλων. Ο νεκρός Γιώργος εξακολουθεί να ζει, γιατί ο ζωντανός Κώστας τον κρατά με αγάπη στο μυαλό και την ψυχή του. Στη σύντομη παρουσίασή μου, δεν υπάρχουν περιθώρια να αναπτύξουμε τους δυο αυτούς χαρακτήρες, αλλά θα τους ανακαλύψετε μόνοι σας, διαβάζοντας το βιβλίο. Θα σας μεταφέρω όμως έναν από τους διαλόγους (της σελίδας 26), που τον ξεχώρισα, επειδή μου θύμισε κάτι από το αγαπημένο μου θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό ». Ο Κώστας αναπλάθει εδώ τις κοινές τους εμπειρίες, αν και βρίσκονται τώρα σε ξεχωριστούς χώρους ύπαρξης:
-Θυμάσαι το μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Ρώμη;

-Με το ωραίο καφέ στο πατάρι;

-Βρίσκω τη μνήμη σας εξαιρετική, κύριε Κώστα.

-Πήγαμε στο υπόγειο για ν’ αγοράσω ένα ημερολόγιο και μου είχε κάνει εντύπωση ο τίτλος ενός βιβλίου.

- Η δικτατορία της συνήθειας.

-Εσύ με κορόιδευες και μου μιλούσες με το γνωστό προβοκατόρικο ύφος σου για τη δημοκρατία της συνήθειας.

-Το τελευταίο μου ταξίδι…

-Πόσο είχαμε γελάσει εκείνο το απόγευμα!


Μέσα σε αυτούς τους παράλληλους διαλόγους, ο Κώστας, δίνει ζωή στο φίλο του, συνεχίζοντας την κουβέντα και τη σχέση τους. Σε ένα διαφορετικό βέβαια επίπεδο, όπου όλα αποκτούν κι άλλο νόημα. Μα στην παρέα τους, μπερδεύονται κι άλλοι άνθρωποι, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε σε ποιον από τους δυο κόσμους ανήκουν. Τελικά όμως, αφήνουν και σε μας μια γλυκιά αίσθηση, μέσα από τη συνέχεια που έμμεσα ζητούν να έχουμε στα έμψυχα και άψυχα(;) πράγματα που αγάπησαν κι άφησαν πίσω τους. Έτσι ακόμη και τα αφρόντιστα λουλούδια γίνονται αντανακλάσεις της θνητότητάς μας. Αλλά και υποχρέωση να συνεχίσουμε το έργο όσων έφυγαν. Δύσκολο. Γιατί από την άλλη μεριά, εμείς οι ζωντανοί, είμαστε φορτωμένοι με μισοτελειωμένες υποθέσεις κι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, μαζί με την ελπίδα να προφτάσουμε να κάνουμε περισσότερα. Σας διαβάζω ένα απόσπασμα, από τη σελίδα 32, όπου ο Κώστας θέλει να του μιλήσει για το μυθιστόρημα που έχει στο νου του να γράψει:

-Και γιατί μου το λες τώρα; τον ρωτά εκείνος

-Προσπαθώ να σου πω αυτά που σκέφτηκα και δεν πρόλαβα να σου τα πω.

-Έχεις τη γραφή σου εσύ…

-Πάντα είχα την αίσθηση πως μπορώ να σου τα πω όποτε το θελήσω.

-Λυπάμαι, Κώστα.

-Και τώρα φοβάμαι μήπως ξυπνήσω απότομα και χαθούν όλα.

-Οι αναμνήσεις δε χάνονται ποτέ!

-Μη με ξυπνήσεις, Γιώργο.

-Μη φοβάσαι.

-Γιατί το λες αυτό;

-Ο χρόνος του ονείρου είναι διαφορετικός.


Μου άρεσε ιδιαίτερα αυτός ο ευρηματικός τρόπος του συγγραφέα να μας παρουσιάζει τους ήρωες, τα συναισθήματα και τις αγωνίες του μέσα από το όνειρο, αλλά και τα εγκιβωτισμένα όνειρα που μας προσκαλεί να ανακαλύψουμε στο κείμενό του. Έτσι ελαφραίνουν οι φόβοι του, οι πολλοί συμβολισμοί και οι μεταφυσικοί του προβληματισμοί, που τους διανθίζει με το ιδιαίτερό του χιούμορ. Ο ‘κουτσός’, όπως λέει, ‘ορθολογισμός’ του αδυνατεί να καταλάβει και πολλά από τα καθημερινά πράγματα της ζωής μας: την πίστη του φίλου του στους ανθρώπους και στους εξωτερικούς ‘τύπους της θρησκείας μας (που κρύβουν όμως το περιεχόμενό της) ή στ’ ανεξήγητα της επιστήμης: να ζει αυτός που κάνει διατροφικές κραιπάλες ενώ πεθαίνει εκείνος με την υγιεινή ζωή. Ούτε στην ανθρώπινη λογική ούτε στην καρδιά μας χωρά ο θάνατος, με το ‘πέρασμα στην άλλη όχθη του ποταμιού’. Ίσως γι’ αυτό να αποφεύγουμε να τον σκεφτούμε ή δεν ξέρουμε πώς να τον αντιμετωπίσουμε, όταν απρόσμενα χτυπήσει την πόρτα μας. Κι όμως αυτός μας προτρέπει, μέσα από τα λόγια του χαμένου φίλου, πως ‘το λογικό είναι να τον αποδεχτείς και να πας ένα βήμα παρακάτω τη ζωή σου’. Η σκέψη του συγγραφέα γυρνά στο μάταιο των πράξεών μας, στα χνάρια που αφήνουμε πίσω μας, στο ‘ανηφορικό’ παρελθόν και τότε… ξεχνιέται πάλι και θεωρεί αυτονόητη τη ζωή.


Μερικοί άνθρωποι, έλεγε ο Επίκτητος, είναι τυφλοί στην ομορφιά του κόσμου. Μήπως είμαστε όλοι μας, αναβάλλοντας συνεχώς, με τη βιοπάλη ή το κυνήγι του εφήμερου πλουτισμού, το να είμαστε παρόντες στη ζωή μας; Ζούμε συνειδητά την ομορφιά του έρωτα, την αξία που έχει η αγάπη και η τρυφερότητα στις σχέσεις μας, η ματιά στο συνάνθρωπο και το άγγιγμα στον ηλικιωμένο, η κατανόησή μας στα παιδιά; Θα μπορούσα να βάλω κι άλλα ερωτήματα, αλλά αυτά θα τα διαβάσετε μόνοι σας, όπως ακριβώς τα αναπτύσσει ο συγγραφέας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Μόνο που εκεί έχει κάποιες ενοχές για το διδακτικό του ύφος, μια και δεν βρίσκει άλλο τρόπο να μας ταρακουνήσει. (Δάσκαλος, γαρ). Έτσι μας υπενθυμίζει όσα αξίζουν ουσιαστικά και μένουν στην καρδιά μας, πέρα από τη φθαρτή σάρκα. Σιγά-σιγά ωστόσο φαίνεται να απολαμβάνει την απόπειρά του να μας αφυπνίσει και παρόλο που αυτοσαρκάζεται με το λυρισμό ή το λαϊκισμό-που διερωτάται αν έχει- στο ύφος του, μας χαρίζει στη σελίδα 57 τη μαγεία των… Χριστουγέννων:

-Βλέπω αυτό που θέλω να δω και είμαι τόσο χαρούμενος με αυτή την επιλογή μου. Έχω τα δικά μου μάτια και τα δικά μου γυαλιά. Οι άλλοι συχνά με χλευάζουν λέγοντας πως είμαι ένας ρομαντικός τύπος και πως μου λείπει ο πραγματισμός του επιστήμονα.

-Οι μάγοι δεν δήλωσαν ποτέ επιστήμονες!

-Μαγεία είναι να ρωτούν το μικρό παιδί για το επάγγελμα του πατέρα του κι εκείνο να τους απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη: ‘ο πατέρας μου είναι μάγος!’


Μόνο εμείς –‘στρατιές τα άψυχα σώματα των ζωντανών’, όπως λέει - στεκόμαστε πανικόβλητοι μπροστά στο τελευταίο χαίρε κι αναρωτιόμαστε για τις αποστάσεις και τις ισορροπίες που πρέπει να κρατήσουμε. Θρηνούμε, φιλοσοφούμε, ψάχνουμε διέξοδο μέσα από την πίστη ή την τέχνη. Ίσως μάλιστα τότε να μας διαφεύγει ότι με τον πόνο, τελειοποιούμε το χαρακτήρα μας. Επιπλέον, μέσα από το θάνατο, αναγνωρίζουμε την ευγνωμοσύνη μας για τα πρόσωπα που υπήρξαν συνοδοιπόροι. Κι ο συγγραφέας, που στο βιβλίο αυτό αγγίζει το θάνατο, αλλά πανηγυρίζει την αξία της ζωής και της φιλίας, δε θα μπορούσε παρά να τελειώσει το τρίτο μέρος του βιβλίου του με μια ιστορία αγάπης. Αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι το μυθιστόρημα που ήθελε να γράψει ο Κώστας και παρουσιάζεται εδώ εν συντομία. Αρχίζει δραματικά, γιατί έτσι συμβαίνει σε πολλές ανθρώπινες καταστάσεις. Τελειώνει με την αξία της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας, την αναγέννηση της θέλησης για δημιουργία μαζί μ’ έναν άλλο άνθρωπο. Αλλά και με τη σκέψη του θανάτου ως μια υπενθύμιση στο συγγραφέα: να χαρεί τη ζωή, να ζήσει, μέσα από τη γραφή και τους αγαπημένους του.


Πέρα από τις εξαιρετικές σκέψεις και ιδέες του Τάσου Γκέντζου, αυτό που με συγκίνησε στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ο λόγος του, που κινείται ανάμεσα στη θεατρική και την ποιητική γραφή. Σας μεταφέρω αποσπασματικά κάποια δείγματά της, από τη σελίδα 70 :

Κάτω από τον σκουριασμένο τροχό των συναισθημάτων!

Κάτω από έναν ουρανό που δεν έβλεπες το γαλάζιο του χρώμα...

Κάτω από τα φώτα μιας σκιάς! …..

Φωνή, φωνές, οράματα, εικόνες….

Το σώμα είχε αρχίσει το ταξίδι του… κι αλλού, σελ 74:

Ένα τεράστιο μαύρο πανί στήνεται ανάμεσα στα δυο άχαρα κοντάρια κι εγώ δεν μπορώ να καταλάβω αν αυτό που θα ακολουθήσει θα συγγενεύει με το τέλος ή με την αρχή.

Ο χρόνος με πιέζει…

Γίνομαι μια άβουλη μαριονέττα μπροστά στη σκηνή.

Οι λεπτές μεταξωτές κλωστές είναι εύκολο τούτη την ώρα να μπλεχτούν μεταξύ τους κι εγώ να μπερδευτώ και να χάσω την ισορροπία μου.

Για πρώτη φορά δείχνεις πως δε σε ενδιαφέρει ο χρόνος!


Μέσα στην επιμελημένη δουλειά των εκδόσεων Φυλάτου, αυτές οι ποιητικές εικόνες δένονται αρμονικά με τις 50 εξαίρετες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Παναγιώτη Κουντουρά. Παλιά και σύγχρονα αντικείμενα, σκουριασμένα ή καλοδιατηρημένα, ζωντανά ή νεκρά, είναι ακουμπισμένα στην όμορφη φύση του Πηλίου, που δε χάνει ευκαιρία να μας δείξει τη δύναμη της ζωής, μέσα από πανέμορφα αγριολούλουδα, σπαρτά κι αγριάδες που ξεφυτρώνουν ακόμα και σε χαλάσματα ή τάφους. Οι φωτογραφίες αυτές μας ξεκουράζουν από την ένταση του κειμένου, συνεχίζουν σκέψεις και προβληματισμούς, και μας ταξιδεύουν στη ροή και τη φθορά του χρόνου. Υπέροχη και η φωτογραφία του εξωφύλλου, λες και θέλει να μας ξεγελάσει με ένα όμορφο νεανικό σώμα. Κι όμως, αυτό είναι σε νεκρική στάση. Ή μήπως πάλι απλώς κοιμάται;


Ξαναγυρίζοντας στον Τάσο Γκέντζο, επικροτώ το κουράγιο του, να πλησιάσει και να αποδεχτεί τα πιο σκοτεινά του συναισθήματα. Όχι απλώς για να συμφιλιωθεί με το θάνατο, αλλά για να αντιμετωπίσει πάλι με θάρρος την εύθραυστη ύπαρξή μας μέσα στη ζωή. Αυτό είναι κι ένα κομμάτι που, στην κλινική μου εμπειρία, πάντα με συγκινούσε και με συγκλόνιζε: πώς δηλαδή μας μεταμορφώνει ένας θάνατος. Εδώ απεικονίζεται και η αγωνία του Γιώργου για τη γυναίκα και το παιδί του, που μένουν πίσω. Πιστεύω όμως ότι, όπως κι ο συγγραφέας, έτσι κι αυτοί μέσα από την ταύτισή τους με τον πόνο, τη διεργασία του πένθους και του θρήνου, τον αφύσικο και βίαιο αποχωρισμό -που μας βοηθά να ωριμάσουμε ουσιαστικά, αν και με ξεχωριστό τρόπο ο καθένας - αλλά και με τις παρακαταθήκες του αγαπημένου τους ανθρώπου, θα οδηγηθούν και πάλι σταδιακά στον πλούτο και τη χαρά της ζωής.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να ανακεφαλαιώσω με δυο λόγια το βιβλίο αυτό: ο συγγραφέας, μέσα από μια ‘αγρυπνία’, πριν γράψει έναν επικήδειο-που για μένα ήταν ένα ποίημα αποχωρισμού-, βυθίστηκε στη μήτρα του λόγου, τη σιωπή. Μέσα από αυτήν δημιούργησε και τώρα, ο λόγος του προσκαλεί όλους εμάς να στοχαστούμε για τη ζωή.

Σας ευχαριστώ.



 

Οι δυο ώρες ύπνου... και το memento mori ενός συγγραφέα

Με χαρά σας παρουσιάζω το νέο μου βιβλίο. Οι δύο ώρες ύπνου… & το «memento mori» ενός συγγραφέα κυκλοφόρησε...

Δυο ώρες ύπνου… – ύστερα από την αναγγελία ενός θανάτου – φιλοξενούν στους κόλπους τους τις ανησυχίες, τους φόβους, τα θέλω και τα όνειρα ενός ανθρώπου.
Ένα όνειρο με τόπο δράσης τον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου και χρόνο το εκάστοτε σήμερα… προσπάθησε να συμφιλιώσει την ανθρώπινη φύση με το φυσικό και το ανθρώπινο… του αποχωρισμού.
Θεωρούμε τη ζωή ως δεδομένη…
Τα απρόσμενα ταρακουνήματα που μας στέλνουν οι αρρώστιες τα γιατρεύει η μνήμη μας και σχεδόν πάντα θριαμβεύει η αίσθηση της αυτοσυντήρησης…
Τελικά πόσο μακριά κατοικούμε από τα ανθρώπινα;
Ο Κώστας δεν ήταν έτοιμος να πει το τελευταίο αντίο στον φίλο του κι ο Γιώργος του θυμίζει το…
Memento mori!
Να θυμάσαι το θάνατο!
Κι αν θυμάσαι το θάνατο, τότε είναι βέβαιο πως θα έχεις καλή σχέση με τη ζωή!
Θα εκτιμάς, θα χαίρεσαι, θα σέβεσαι, θα ευχαριστείς…
Να θυμάσαι, να θυμόμαστε, να θυμάστε… τη ζωή!
Mementote vivere, λοιπόν… και σπάστε με τα σφυριά της συνείδησης όλα εκείνα τα τόσο γλυκά… αυτονόητα που αδρανοποίησαν την ουσία της ζωής μας!
Να έχουμε στο μυαλό μας πως πρέπει και να ζήσουμε…
 
Αγοράστε το μέσω του αυτοματοποιημένου συστήματος πώλησης της ιστοσελίδας των εκδόσεων Φυλάτος(http://fylatos.com/shop/%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%8E%CF%81%CE%B5%CF%82-%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%BF-memento-mori-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD/), προσθέτοντας το στο καλάθι ή με τηλεφωνική παραγγελία στο 2310-821622.
Τα μεταφορικά είναι ΔΩΡΕΑΝ για όλη την Ελλάδα και για 62 χώρες του εξωτερικού.
 
ISBN: 978-618-5163-37-2
 
Σελίδες: 90
Εσωτερικό: Πολυτελής έκδοση με μαλακό εξώφυλλο, τυπωμένη σε φωτογραφικό illustration χαρτί.

Περιγραφή Προϊόντος

Στο «Οι δύο ώρες ύπνου… & το «memento mori» ενός συγγραφέα» με τοποθεσία τον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου, οι δύο δημιουργοί, ο συγγραφέας Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος και ο σκηνοθέτης Παναγιώτης Κουντουράς, συνθέτουν μια πλούσια συζήτηση του λόγου και της εικόνας. Η γραφή του έμπειρου λογοτέχνη συνοδεύεται από τις ασπρόμαυρες φωτογραφικές αποτυπώσεις του σκηνοθέτη και σας καλούν να εμπλακείτε και εσείς στην ιστορία και να γίνετε συνοδοιπόροι του πρωταγωνιστή.

Λεβάντα της Άτκινσον, του Μάνου Κοντολέων





Λεβάντα της Άτκινσον, του Μάνου Κοντολέων (Εκδόσεις Πατάκη).

Κάθομαι απέναντι από την οθόνη του φορητού υπολογιστή μου και μονολογώ: “Είναι μέγα θράσος να γράφεις την άποψή σου για το μυθιστόρημα ενός πεζογράφου... που είναι και κριτικός της λογοτεχνίας;”

Διάφορες φωνές με επισκέπτονται απρόσκλητες... προσπαθώντας να με αποτρέψουν από το εγχείρημα. Φωνές σαρκαστικές, χλευαστικές, αλλόκοτες! Προσπαθώ να τις αντιμετωπίσω...

Γιατί λοιπόν... να μας γράψεις την άποψή σου για αυτό το βιβλίο; Τόσο πολύ σου άρεσε;”

Κι άλλα βιβλία μου έχουν αρέσει... όταν όμως τα έκλεισα δε μου δημιούργησαν τα περισσότερα από αυτά την ανάγκη να ξεφυλλίσω από την αρχή τα κεφάλαια και σχεδόν... να τα ξαναδιαβάσω. Έμειναν στο μυαλό μου οι εικόνες, τα αρώματα, τα νοήματα, οι συγκρούσεις... Έπαιρνα όσα μου έδινε ο συγγραφέας και πήγαινα μέχρι εκεί που μου επέτρεπε ο χρόνος της ανάγνωσης. Άλλα βιβλία σού αφήνουν πολλά κι άλλα λιγότερα! Κι αυτά που δε σου αρέσουν καθόλου σου δίνουν την ευκαιρία... αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων. Μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα είχα την αίσθηση πως οι ήρωες κυκλοφορούσαν – από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα - γυμνοί. Σε κάποιες στιγμές με έκαναν να νοιώθω άβολα... Δεν μου έδιναν σημασία και δεν μου έλεγαν ούτε αυτό που θα ήθελα να ακούσω... ούτε αυτό που θα περίμενα... ούτε την φοβερή ανατροπή που θα με εντυπωσίαζε. Δεν μου έδιναν τίποτα! Σαν να με καλούσαν να κλέψω από το καλάθι των εμπειριών τους... και να προσαρμόσω τα δώρα τους κατά τον χρόνο της ανάγνωσης. Να διαλέξω ό,τι θέλω... Να τους εκμεταλλευτώ και να κρατήσω για το αύριο τις μεγάλες ποσότητες της προσφοράς τους... Γυμνές ψυχές... Γυμνά σώματα! Και κάτι άλλο άσχετο... Θα σου τα λέω με την σειρά που μου έρχονται! Δε διεκδικώ άλλωστε τον τίτλο του κριτικού. Στην “Λεβάντα της Άτκινσον” δεν διέκρινα πουθενά σημεία ωραιοποίησης. Τα έπιπλα δεν ήταν άσχημα... αλλά δεν έμενες εκεί, τα τοπία δεν ήταν άσχημα... και πάλι όμως... δεν έμενες εκεί. Οι άνθρωποι δεν ήταν εξωτερικά άσχημοι – ακόμα δεν ξέρω αν ήταν άσχημοι η όμορφοι... γιατί δεν με ενδιέφερε. Όσο διάβαζα... τόσο περισσότερο έκανα δική μου την δική τους ιστορία. Άσχετο κι αυτό... Δεν ήταν πια... ιστορία τους.”

Ποια ήταν η υπόθεση του μυθιστορήματος;”

Από όλα όσα σου είπα παραπάνω η υπόθεση είναι αυτή που σε ενδιαφέρει; Στη συνέχεια θα με ρωτήσεις για την πλοκή και το τέλος; Ας μην προτρέχω... Η υπόθεσή του, λοιπόν, ... οι ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές και μη... Κι οι ερωτικές σχέσεις... είναι ανθρώπινες! Οι σχέσεις ενός ζευγαριού κάποιας ηλικίας... μπροστά από το φως. Οι σχέσεις με τα ενήλικα παιδιά τους και οι συγκρούσεις τους. Η ανάμνηση του κοινού παρελθόντος, τα καλά, κυρίως τα κακά... που μετασχηματιζόντουσαν – στην δική μου πάντα αντίληψη - με μαγικό τρόπο σε καλά! Μαγικό τρόπο είπα... Να το σβήσεις! Μάλλον το δούλεψαν αρκετά... Τίποτα δεν είναι τυχαίο! Συνεχίζω για τις σχέσεις... Και μέσα από αυτές τις σχέσεις ο δημιουργός έδινε μαθήματα γνώσης και αυτοσεβασμού... στην ανθρώπινη ψυχή. Ζήλεια, πόθος, πάθη, εγωισμοί, μανίες... Ο συγγραφέας ήξερε τόσο καλά την γυναίκα... όσο και τον άνδρα! Προσπαθούσε να “δικαιολογήσει” με την γραφή του την γυναικεία πλευρά και μετά από δευτερόλεπτα αντιμετώπιζε με κατανόηση την ανδρική. Μάλλον τον άνθρωπο είχε μπροστά στα μάτια του! Άλλοτε αφηγητής ο άνδρας, κι άλλοτε η γυναίκα. Συγκρούσεις δυνατές...”

Ψυχοπλάκωμα μου ακούγεται...”

Δε θα το διαβάσεις κάτω από μια ομπρέλα στην παραλία. Εγώ μπορεί και να το διάβαζα... Δεν ξέρω πως να σου περιγράψω το συναίσθημα της μετάβασης από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, από την μία σελίδα στην άλλη... Αυτό που έχω να σου πω έχει να κάνει με την φιλοσοφία του δημιουργού... την οποία δεν ξεγυμνώνει στα αδηφάγα μάτια του αναγνώστη. Την κρύβει καλά... Σε ένα δεύτερο ή ένα τρίτο επίπεδο ανάγνωσης, όταν θα έχεις αφαιρέσει τα πλαστικά καλύμματα πάνω από τις σχέσεις αυτών των ανθρώπων... τότε θα αντιληφθείς πως πίσω από τους ήρωες υπάρχει κάποιος που κινεί τις μαριονέτες - ήρωες. Αρνητική λέξη η μαριονέτα για τους πολλούς... Ο συγγραφέας ελέγχει απόλυτα τον πατέρα, τη μάνα, την κόρη, το γιο... κι από το στόμα τους βγαίνει... η φιλοσοφία του. Και ποια είναι αυτή η φιλοσοφία; Οι ίσες αποστάσεις... Ο καθένας έχει τα δίκια του! Τον ακούει τον ήρωά του... Ξέρει να ακούει! Του δίνει χώρο και χρόνο να πει όσα θέλει, να σκεφτεί, να εκνευριστεί, να ενθουσιαστεί, να πάρει ανάσες... Πόσοι από μας όταν γράφουμε ένα έργο χαρίζουμε σε έναν χαρακτήρα το maximum του καλού και του κακού- ή του ωραίου και του άσχημου; Κι αν το κάνεις θα το κάνεις σε έναν... Κάποιοι ήρωές μας εμφανίζονται με αρνητικό και κάποιοι άλλοι πάλι με θετικό πρόσημο... Οι αλλαγές και το πέρασμα από την μια μεριά της όχθης στην άλλη ορατές και κατανοητές κατά την ανάγνωση των έργων μας. Από την αρχή όμως μέχρι το τέλος να κρατούν τόσο γερά... Αυτό το ψυχοπλάκωμα που λες - και το βάθος του συμπληρώνω εγώ - σε αγγίζουν μόνο αν είσαι έτοιμος να χωθείς γυμνός μέσα στην ιστορία. Κάτι σαν βάπτισμα... Θα σκεφτείς, θα στεναχωρηθείς, θα αγανακτήσεις, θα λυπηθείς... θα μισήσεις και θα αγαπήσεις. Κι αν τους λυπηθείς... τότε να χλευάσεις τον εαυτό σου. Ποιος είσαι εσύ που τους λυπάσαι; Αυτό το μυθιστόρημα του Κοντολέων δεν είναι από εκείνα τα “σκοτεινά βιβλία” που διαβάζεις για έναν θάνατο ή έναν βιασμό και μετά από λίγο γίνεται κάτι καλό... για να έχεις τον αναγνώστη σου σύμμαχο. Δεν είναι δηλαδή για να στο πω απλά μια έξυπνη εναλλαγή των αντιθέσων που κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη και την ισορροπία του. Η λύτρωση των ανδρών και των γυναικών, των νέων και των λιγότερο νέων, των ηρώων, των αναγνωστών, των συγγραφέων... έχουν κοινή αφετηρία και κοινό τέλος.”

Μιλάς γενικόλογα για τη λύτρωση. Οι ήρωες του μυθιστορήματος ποια σχέση έχουν με αυτήν;

Αυτή η ερώτηση μου αρέσει. Άκου... Έχουν αξιοπρέπεια! Άλλος μπορεί και να τους έλεγε... εμμονικούς. Δεν συμφωνώ! Θα μου πεις τώρα... Συμβιβασμούς δεν έκαναν αυτοί οι άνθρωποι; Τους έχεις θεοποιήσει... Οι συνειδητές υποχωρήσεις και οι ουσιαστικές αποδοχές είναι αυτές που σε περνούν στο απέναντι πεζοδρόμιο και σε οδηγούν στην λύτρωση. Ήθελαν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται μέσα τους... Η γλώσσα τους... γλώσσα της καρδιάς, άλλες φορές γλώσσα εγκεφαλική, άλλες πάλι γλώσσα προσχεδιασμένη... Έπαιζαν με τις λέξεις και με αυτά που κρυβόντουσαν κάτω από αυτές. Μερικές λέξεις είναι κώδικες για ένα ζευγάρι. Έχει τεράστια σημασία να λες μια ουδέτερη λέξη για τους περισσότερους και να έρχεται στο μυαλό του άλλου μια εικόνα... από το παρελθόν. Κι αν έρχεται και στην ψυχή η εικόνα... εκεί κι αν είναι επικοινωνία! Δε δίνω επιθετικό προσδιορισμό στην επικοινωνία...”

Να το διαβάσω το βιβλίο;”

Να το διαβάσεις το βιβλίο.”

Θα δω όσα είδες εσύ;”

Μακάρι... εσύ να δεις περισσότερα! Εγώ σου είπα κάποια... Δε θα γράψω και μονογραφία...”

Λεβάντα της Άτκινσον, του Μάνου Κοντολέων, από τις Εκδόσεις Πατάκη. Για τον τίτλο τίποτα δε μου είπες...”

Μια κολώνια είναι ο τίτλος...”

Το τέλος του μυθιστορήματος;”

Μια άλλη κολώνια...”

Κι η αναγνωστική απόλαυση...

Κολώνια κι αυτή!”

Κάποιοι δε φορούν κολώνια...”

Μυρίζουν τα αρώματα των άλλων...”